Όταν η πολιτική απαξιώνεται, ανοίγουμε μόνοι μας την πόρτα στους λάθος ανθρώπους.

Υπάρχει μια φράση που την ακούμε ολοένα και πιο συχνά στην Κύπρο: «Όλοι ίδιοι είναι». Και μια δεύτερη, που πονά πιο πολύ γιατί ακούγεται σαν παραίτηση, «Είδαμε και τους προσοντούχους τι κατάφεραν». Είναι το «εν τζιαι γίνεται» που ακούς στην ουρά της Υπηρεσίας, είναι το «όλοι τους τα ίδια» που βγαίνει αυθόρμητα στο καφενείο, είναι το «αφού, εννά κάμουν πάλε τα δικά τους» που σου λέει ο φίλος σου, πριν καν τελειώσεις τη φράση.

Το πρόβλημα όμως είναι απλό, και σκληρό συνάμα. Όταν οι πολίτες αποσύρουν την εμπιστοσύνη τους από την πολιτική και τους πολιτικούς, ο χώρος δεν μένει κενός. Γεμίζει. Και συνήθως γεμίζει είτε από ακραίους που ψάχνουν εχθρούς, είτε από σχήματα που υπόσχονται «αλλαγή» χωρίς να λένε τι ακριβώς σημαίνει αλλαγή, πώς γίνεται και ποιος πληρώνει το κόστος.

Αλλά άραγε πώς γεννήθηκε αυτή η απαξίωση; Από το πουθενά… σαφώς και όχι! Γεννήθηκε από εμπειρίες. Η απαξίωση στην Κύπρο έχει στιγμές, έχει εικόνες.

  • Ο πολίτης που περιμένει μήνες για μια απάντηση από μια υπηρεσία, μεταφέρεται από γραφείο σε γραφείο, και στο τέλος ακούει «έσιει καθυστέρηση». Δεν είναι απλώς γραφειοκρατία. Είναι αίσθημα υποτίμησης.

  • Ο νέος ή το νέο ζευγάρι που βλέπει τα ενοίκια να ανεβαίνουν και λέει «εν μπορώ να σταθώ στα πόδια μου». Κι όταν ρωτήσει για σχέδια στέγασης ή για κάποια στήριξη, μπαίνει σε διαδικασίες που μοιάζουν φτιαγμένες για να τον κουράσουν, να απογοητευτεί και να τα παρατήσει.

  • Ο μικρομεσαίος που πληρώνει εισφορές, ΦΠΑ, φορολογία, λογαριασμούς ρεύματος και καύσιμα, και νιώθει ότι το κράτος τον θυμάται μόνο όταν είναι να εισπράξει. Την ώρα που βλέπει άλλους, «με γνωριμίες», να λύνουν θέματα με ένα τηλέφωνο.

  • Ο αγρότης που περιμένει πληρωμές, σχέδια, εγκρίσεις, και ακούει «εν να δούμε». Κι όταν καθυστερούν, το βάρος πέφτει πάνω του. Πετρέλαιο, λιπάσματα, νερό, κόστος παραγωγής.

  • Ο πολίτης που ακούει για υποθέσεις και σκάνδαλα, και βλέπει διαδικασίες να τραβούν χρόνια. Κι εκεί αρχίζει να παγιώνεται το «όποιος έσιει δύναμη ή πλάτες, εν θα πάθει τίποτε».

  • Ο κόσμος που κουβαλά ακόμα τον πόνο της οικονομικής κρίσης, του κουρέματος και της εκποίησης της περιουσίας του. Ακόμα κι αν έχουν περάσει χρόνια, πολλοί κρατούν μέσα τους το αίσθημα ότι σε δύσκολες στιγμές, πλήρωσαν οι πολλοί και επωφεληθήκαν οι λίγοι.

Όταν αυτά συσσωρεύονται, η κοινωνία δεν δυσπιστεί απλώς. Σκληραίνει. Κι όταν σκληραίνει, δεν θέλει να ακούσει λεπτομέρειες. Θέλει να «ξεσπάσει». Έτσι γεννιέται η «τιμωρητική ψήφος».

Και κάπως έτσι γίνεται η μετατόπιση από την απογοήτευση στην ακροδεξιά.

Στην Κύπρο, η ακροδεξιά δεν μπήκε από την κεντρική πόρτα. Μπήκε από τις ρωγμές της καθημερινότητας. Πατά κυρίως σε τρία σενάρια που τα ακούμε συχνά:

  1. «Εγεμώσαμεν ξένους, εν αντέχουμε άλλο».
    Το μεταναστευτικό και η αίσθηση πίεσης σε γειτονιές και σχολεία είναι πραγματικό πρόβλημα. Εκεί, αντί να υπάρξει σοβαρή πολιτική κουβέντα (έλεγχος, διαδικασίες ασύλου, ένταξη όπου χρειάζεται, πάταξη κυκλωμάτων, δίκαιη κατανομή βαρών), έρχεται η ακροδεξιά και κάνει σύνθημα την φράση «φταίνε οι ξένοι» και «να φύουν, να παν ποτζεί που ήρταν». Και ξέρουμε πού οδηγεί αυτό. Όχι σε λύση, αλλά σε στοχοποίηση. Όχι σε τάξη, αλλά σε ένταση. Η ακροδεξιά δεν λύνει προβλήματα. Τα κάνει εργαλείο μίσους και πόλωσης με σκοπό την κεφαλαιοποίηση ψήφων.

  2. «Πατριωτισμός» χωρίς σχέδιο.
    Στο Κυπριακό, πολλοί πολίτες νιώθουν απογοητευμένοι, κουρασμένοι, και συχνά μπερδεμένοι. Σε αυτό το έδαφος, ο ακραίος λόγος βρίσκει νέο χώρο: «όποιος διαφωνεί, προδότης», «όποιος μιλά για διάλογο, ξεπουλά».
    Όμως ο πατριωτισμός χωρίς στρατηγική δεν είναι πατριωτισμός. Είναι φωνή. Και η φωνή, όσο δυνατή κι αν είναι, δεν κάνει πολιτική από μόνη της.

  3. «Να τα κάψουμε όλα».
    Όταν ο πολίτης νιώθει ότι «το σύστημα εν φτιαγμένο για τους μέσα», τότε ο «τιμωρός» γίνεται ελκυστικός. Αλλά αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο, γιατί όταν γκρεμίζεις θεσμούς χωρίς να χτίζεις κάτι καλύτερο, στο τέλος τον λογαριασμό θα τον πληρώσει ο απλός κόσμος.

Τα νέα μορφώματα της «αλλαγής», των «αλμάτων», και μιας «νέας» μορφής δημοκρατίας, ακούγονται ωραία αλλά άνευ ουσίας.

Μαζί με την ακροδεξιά, εμφανίζεται και η άλλη μόδα: νέα σχήματα, ανεξάρτητοι, ούτε αριστερά ούτε δεξιά, μόνο αλλαγή. Σε πρώτη ανάγνωση ακούγεται ελπιδοφόρο. Αλλά ο μέσος πολίτης στην Κύπρο έχει δει αρκετά, θεωρώ, για να ξέρει ότι:

  • αλλαγή χωρίς σχέδιο = σύνθημα

  • αλλαγή χωρίς ιδεολογική βάση = ασάφεια

  • αλλαγή χωρίς λογοδοσία = κίνδυνος

Και στο τέλος, ο πολίτης ξαναγυρίζει στο «όλοι ίδιοι», απλά με περισσότερη πεποίθηση ότι όντος όλοι είναι ίδιοι. Με άλλα λόγια η «αλλαγή» χωρίς περιεχόμενο, και ιδεολογικό υπόβαθρο, καταλήγει να δυναμώνει την απαξίωση, αντί να τη θεραπεύει.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν ως πολλαπλασιαστής των συνθημάτων και συχνά γίνονται η πλατεία, το καφενείο και το δικαστήριο της όποιας πολιτικής τοποθέτησης. Ένα βίντεο, ένα απόσπασμα, μια «διαρροή», ένα story, μπορεί να κάνει τον γύρο του νησιού σε λίγες ώρες. Και συχνά:

  • κρίνουμε πριν μάθουμε,

  • μοιραζόμαστε πριν ελέγξουμε,

  • διασύρουμε πριν αποδείξουμε.

Και φυσικά, ο αλγόριθμος επιβραβεύει το θυμό. Έτσι η πολιτική γίνεται θέαμα. Και όταν γίνεται θέαμα, κερδίζει ο πιο ακραίος, όχι ο πιο ικανός. Ξαφνικά βρίσκονται εκατοντάδες, ακόμα και χιλιάδες, «ειδικοί» και μας αραδιάζουν το «ποίημα» τους. Και όταν κάποιος με πραγματική γνώση επι του αντικειμένου της συζήτησης εμπλακεί με τεκμηριωμένες θέσεις τότε «είναι και αυτός μέρος του συστήματος» και κάπου εκεί τελειώνει και η εμπλοκή του.

Το θέμα δεν είναι η καταγραφή του τι γίνετε σήμερα και οδηγεί τον πολίτη στην απαξίωση. Η ουσία είναι να βρεθούν λύσεις για απεμπλοκή από απαξίωση.

  • Ισονομία και λογοδοσία, να τελειώσει το «έσιει πλάτες».
    Το μεγαλύτερο δηλητήριο στην Κύπρο είναι η αίσθηση ότι άλλοι περνούν από την «πίσω πόρτα».

    Θέλει:

α.      πραγματικούς ελέγχους για σύγκρουση συμφερόντων,

β.      διαφάνεια σε διορισμούς/αναθέσεις,

γ.       καθαρές διαδικασίες και δημοσιοποίηση με αιτιολόγηση του «γιατί» μιας απόφασης.

  • Κράτος που να δουλεύει με λιγότερη ταλαιπωρία, περισσότερη εξυπηρέτηση.
    Ο κόσμος δεν θέλει μεγάλες θεωρίες.

    Θέλει:

α. να βγάζει άδειες χωρίς να χάνει μέρες,

β.      να μην περιμένει μήνες για μια απάντηση,

γ.       να μπορεί να κάνει διαδικασίες ψηφιακά.

Η καθημερινότητα είναι πολιτική. Αν δεν διορθώσεις την καθημερινότητα, θα σε καταπιεί η απαξίωση.

  • Στέγαση: όχι ευχές, πρακτικά μέτρα.
    Tο στεγαστικό είναι ίσως το πιο «καθημερινό» σημείο που κρίνει ο κόσμος την πολιτική.

    Θέλει:

α.      κίνητρα για προσιτή ενοικίαση,

β.      κοινωνική/προσιτή κατοικία με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα,

γ.       διευκολύνσεις για νέους και νέα ζευγάρια με δίκαια κριτήρια,

δ.      έλεγχο/πλαίσιο για πολεοδομικές στρεβλώσεις σε ορισμένες περιοχές.

 

  • Μεταναστευτικό με έλεγχο και ανθρωπιά (όχι με μίσος).
    Ο μέσος πολίτης θέλει δύο πράγματα: να υπάρχει τάξη και να υπάρχει δικαιοσύνη.

    Άρα:

α.      γρήγορες διαδικασίες εξέτασης αιτήσεων,

β.      επιστροφές όπου επιβάλλεται,

γ.       ένταξη όπου παραμένουν νόμιμα,

δ.      πάταξη κυκλωμάτων και παράνομης εργασίας που κάνει ζημιά και στους ξένους και στους Κύπριους εργαζόμενους.

  •  Κοινωνικά δίκτυα: πολιτική επικοινωνία που εξηγεί και δεν φανατίζει.
    Όποιος θέλει να αντιμετωπίσει την ακρότητα, πρέπει να είναι παρών εκεί που είναι ο κόσμος:

α.      σύντομα, απλές επεξηγητικές τοποθετήσεις (όχι ξύλινα λόγια),

β.      διάψευση ψευδών ειδήσεων με στοιχεία,

γ.       διάλογος, όχι μόνο ανακοινώσεις,

δ.      σταθερότητα και συνέπεια: να λες λίγα και να τα κάνεις.

Η απαξίωση της πολιτικής μοιάζει η εύκολη λύση της κοινωνίας στα όσα βλέπει και βιώνει. Αλλά στην πράξη είναι η πιο επικίνδυνη παραίτηση. Γιατί όταν ο σοβαρός κόσμος αποσύρεται, το κενό το γεμίζουν οι φωνακλάδες, οι ακραίοι και οι «σωτήρες».

Δεν εισηγούμαι να «αγιοποιήσουμε» την πολιτική. Εισηγούμαι να την καθαρίσουμε, να την κάνουμε χρήσιμη, μετρήσιμη, ανθρώπινη. Να κερδίσουμε πίσω την εμπιστοσύνη όχι με λόγια, αλλά με δουλειά, τεκμηρίωση, και λογοδοσία.

Previous
Previous

Καλά Χριστούγεννα σε όλες και όλους.

Next
Next

Στεκόμαστε δίπλα στους Κύπριους και Ευρωπαίους αγρότες.