Απο τα Ίμια στο Γκιζάρισμα.
Το επεισόδιο στα Ίμια πριν 30 χρόνια (30-31 Ιανουαρίου 1996) δεν ήταν «μια κακή στιγμή» που πέρασε. Είναι ένα ακόμα παράδειγμα της τουρκικής τακτικής. Παράδειγμα του πώς δημιουργείς αμφισβήτηση κυριαρχίας και τη μετατρέπεις σε μόνιμη ασάφεια. Ένα πεδίο «γκρίζο», όπου ο αντίπαλος δυσκολεύεται να ασκήσει δικαιώματα χωρίς ρίσκο κλιμάκωσης.
Στα Ίμια, η κρίση αποκλιμακώθηκε με επιστροφή σε status quo ante (χωρίς στρατιωτικές δυνάμεις στις νησίδες), αλλά το ουσιαστικό αποτέλεσμα ήταν ότι η Τουρκία καλλιέργησε μια νέα αφήγηση. Μια αφήγηση ότι υπάρχουν «σημεία» των οποίων το καθεστώς είναι δήθεν αδιευκρίνιστο.
Από τότε, αυτή η λογική επεκτάθηκε συστηματικά τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Κύπρο/Ανατολική Μεσόγειο.
Τι είναι η πολιτική «γκριζαρίσματος»
Το «γκριζάρισμα» δεν είναι μία ενέργεια, είναι στρατηγική παραγωγής αμφισβήτησης και έχει τρεις βασικούς στόχους:
1. Να αμφισβητήσει de facto την άσκηση κυριαρχίας/κυριαρχικών δικαιωμάτων (στη στεριά, στον αέρα, στη θάλασσα), ώστε τίποτα να μην θεωρείται «αυτονόητο».
2. Να επιβάλει διαπραγμάτευση «πακέτο» (όχι ένα θέμα, αλλά «όλα στο τραπέζι»), μετατρέποντας το διεθνές δίκαιο από πλαίσιο κανόνων σε παζάρι ισχύος.
3. Να δημιουργήσει νέα τετελεσμένα με χαμηλό κόστος και ελεγχόμενη ένταση, «λίγο–λίγο» αλλά σταθερά.
Το μοτίβο είναι πάντα το ίδιο. Συνδυασμός νομικής αφήγησης, επιχειρησιακών κινήσεων (NAVTEX, συνοδείες, έρευνες/γεωτρήσεις, «επισκέψεις», έργα στη νεκρή ζώνη) και διπλωματική πίεση.
Μετά τα Ίμια, η τουρκική προσέγγιση στο Αιγαίο «έδεσε» πάνω σε μια λογική πολλαπλών αμφισβητήσεων: χωρικά ύδατα, εναέριος χώρος, FIR, έρευνα–διάσωση, υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ, αποστρατιωτικοποίηση νησιών, και σε ορισμένες αφηγήσεις «γκρίζες ζώνες» νησίδων/βραχονησίδων κτλ.
Κεντρικό μοχλό πίεσης αποτελεί το θέμα των 12 ν.μ.. Η Τουρκική Εθνοσυνέλευση έχει διατυπώσει από το 1995 θέση «casus belli» σε περίπτωση μονομερούς επέκτασης στο Αιγαίο, μετατρέποντας μια νομική δυνατότητα (στο πλαίσιο του Δικαίου της Θάλασσας) σε απειλή σύγκρουσης.
Η λογική «γκριζαρίσματος» εδώ δουλεύει ως εξής:
1. Αμφισβητώ το εύρος/τη δικαιοδοσία → άρα η άσκηση δικαιώματος γίνεται «κρίση».
2. Κρίση → άρα πάμε σε διάλογο εφ’ όλης της ύλης.
3. Διάλογος εφ’ όλης της ύλης → άρα η Ελλάδα και η Κύπρος εμφανίζεται ότι «πρέπει να παραχωρήσει κάτι» για να υπάρχει ηρεμία.
Με άλλα λόγια, το ζητούμενο δεν είναι μόνο το ποιος έχει δίκιο σε μια ρήτρα ή σε μια νησίδα. Είναι να εγκατασταθεί μια μόνιμη κατάσταση όπου η άσκηση δικαιώματος ισοδυναμεί με υψηλό ρίσκο.
Στην Κύπρο, η Τουρκία αξιοποιεί δύο παράλληλους άξονες «γκριζαρίσματος»: Στη Θάλασσα και επί του εδάφους.
Στη θάλασσα – Ανατολική Μεσόγειος: αμφισβήτηση ΑΟΖ/ενεργειακών δικαιωμάτων.
Η τουρκική στρατηγική στη θάλασσα στηρίζεται στη μετατόπιση από το «νησί–κράτος» στο «θαλάσσιο ζωτικό χώρο», όπως αποτυπώνεται στη λογική της «γαλάζιας πατρίδας» που έχει επηρεάσει τη δημόσια στρατηγική της Άγκυρας.
Στην πράξη, αυτό συνδέθηκε με κινήσεις όπως το μνημόνιο Τουρκίας–Λιβύης (2019) για θαλάσσιες ζώνες, που η Τουρκία χρησιμοποιεί ως επιχείρημα για ευρύτερες διεκδικήσεις στην Αν. Μεσόγειο.
Στο κυπριακό πεδίο, η επιδίωξη είναι να παρουσιαστεί ότι: είτε η Κυπριακή Δημοκρατία «δεν μπορεί» να ασκήσει πλήρως τα κυριαρχικά της δικαιώματα στην ΑΟΖ, είτε ότι αυτά τα δικαιώματα πρέπει να «συνεκμεταλλευτούν» υπό όρους που αναγνωρίζουν έμμεσα μια δεύτερη οντότητα ισότιμου διεθνούς καθεστώτος.
Η ΕΕ έχει ήδη υιοθετήσει πλαίσιο περιοριστικών μέτρων για τις «μη εξουσιοδοτημένες γεωτρήσεις» στην Ανατολική Μεσόγειο, ενδεικτικό του ότι η σύγκρουση αυτή δεν είναι «διμερής», αλλά αφορά κανόνες και ασφάλεια στην περιοχή.
Επί του Εδάφους – νεκρή ζώνη – Βαρώσια: τετελεσμένα χαμηλής έντασης
Το «γκριζάρισμα» στην Κύπρο λειτουργεί επίσης ως σταδιακή μετατόπιση του status quo επί του εδάφους:
Βαρώσια: το 2020 άνοιξε τμήμα της περίκλειστης περιοχής, κίνηση που υποστηρίχθηκε από την Άγκυρα και προκάλεσε διεθνείς αντιδράσεις.
Η ουσία είναι πολιτική: δημιουργείται νέο “κανονικό” στο έδαφος, ώστε η επιστροφή να μην είναι ποτέ όπως πριν.
Πύλα, νεκρή ζώνη: το 2023 υπήρξε σοβαρό επεισόδιο όταν προσωπικό από την τουρκοκυπριακή πλευρά συγκρούστηκε με την UNFICYP σε προσπάθεια παρεμπόδισης «μη εξουσιοδοτημένων» εργασιών εντός της ζώνης.
Αυτές οι κινήσεις είναι κλασική μορφή «σαλαμοποίησης»: μικρές αλλαγές που, αν περάσουν, γίνονται προηγούμενο.
Πολιτικό πλαίσιο δύο κρατών: από το 2021 και μετά έχει ενισχυθεί η προώθηση θέσεων περί «κυριαρχικής ισότητας» και δύο κρατών ως προϋπόθεση διαδικασίας.
Συνολικά, στο κυπριακό πεδίο, το «γκριζάρισμα» επιδιώκει να κάνει τη διχοτόμηση όχι μια προσωρινή ανωμαλία, αλλά ένα μη αναστρέψιμο νέο πλαίσιο, τόσο επί του εδάφους, όσο και στη θάλασσα.
Αυτή η στρατηγική είναι αποτελεσματική γιατί αξιοποιεί τρία πλεονεκτήματα:
α. Ασυμμετρία ρίσκου: ο αμυνόμενος πληρώνει μεγαλύτερο πολιτικό/οικονομικό κόστος για να αντιδράσει.
β. Κόπωση συμμάχων: οι τρίτοι θέλουν «ηρεμία», άρα πιέζουν για διάλογο ακόμη κι όταν το πρόβλημα είναι παραβίαση κανόνων.
γ. Συσσώρευση προηγουμένων: κάθε μικρή «ανοχή» γίνεται απόδειξη ότι το status quo είναι διαπραγματεύσιμο.
Τι σημαίνει αυτό για Ελλάδα και Κύπρο (σε επίπεδο πολιτικής)
Χωρίς να μπαίνουμε σε συνθηματολογία, μια σοβαρή αντιμετώπιση απαιτεί:
α. Σταθερή γραμμή τι συζητώ/τι δεν συζητώ (ιδίως απέναντι στη λογική «όλα στο τραπέζι»).
β. Διεθνοποίηση με τεκμήρια: συνεχής νομική και διπλωματική τεκμηρίωση, όχι μόνο καταγγελίες.
γ. Αποτροπή και ετοιμότητα διαχείρισης κρίσης: στόχος να μην μπορεί να στηθεί νέο «Ίμια» με όρους αιφνιδιασμού.
δ. Ευρωπαϊκά εργαλεία: σύνδεση συμπεριφοράς με χειροπιαστά κίνητρα/κόστη (π.χ. πλαίσια μέτρων για γεωτρήσεις, ηλεκτρική σύνδεση κτλ).
ε. Στρατηγική επικοινωνία: να γίνεται σαφές διεθνώς ότι το θέμα δεν είναι «η διαφορά μεταξύ μας», αλλά η μέθοδος: αμφισβήτηση κανόνων μέσω τετελεσμένων.
Το δίδαγμα των Ιμίων είναι εξαιρετικά επίκαιρο: όταν το διακύβευμα μετατραπεί το δικαίωμα σε ζήτημα που αποφεύγουμε για να μην έχουμε κρίση, τότε έχει ήδη παραχθεί το γκριζάρισμα. Και αυτό ακριβώς είναι η καρδιά της τουρκικής τακτικής, από το Αιγαίο μέχρι την Κύπρο.