5 κινήσεις για να «πέσουν» τα ενοίκια και να «ανοίξουν» σπίτια στην Κύπρο.

Η στεγαστική κρίση στην Κύπρο δεν είναι πια «θέμα της αγοράς». Είναι θέμα καθημερινής επιβίωσης. Ενοίκια που τρώνε τον μισό μισθό, νέοι που καθυστερούν να φύγουν από το πατρικό, οικογένειες που δεν μπορούν να βρουν αξιοπρεπές σπίτι σε λογική τιμή. Η Πολιτεία, σωστά, άρχισε να κινείται με σχέδια όπως οι χορηγίες για νέους μέχρι 41 ετών, το «Ανακαινίζω–Ενοικιάζω» και η ενίσχυση μέσω του ΚΟΑΓ. Αυτά όμως, όσο χρήσιμα κι αν είναι, δεν αρκούν αν μείνουν μικρής κλίμακας και χωρίς σταθερούς κανόνες.

Το πρώτο που χρειάζεται είναι να αυξηθεί γρήγορα η προσφορά προσιτών κατοικιών, όχι μόνο η γενική οικοδομική δραστηριότητα. Η πιο άμεση λύση είναι να αξιοποιήσουμε τα χιλιάδες κλειστά ή υποχρησιμοποιούμενα σπίτια και διαμερίσματα. Το «Ανακαινίζω–Ενοικιάζω» είναι στη σωστή κατεύθυνση γιατί δημιουργεί σπίτια στην αγορά μέσα σε μήνες, όχι σε χρόνια. Για να κάνει πραγματική διαφορά, πρέπει να «μεγαλώσει». Απλούστερη διαδικασία, πρακτική τεχνική βοήθεια σε ιδιοκτήτες και ξεκάθαρη συμφωνία ότι το σπίτι θα ενοικιάζεται σε μακροχρόνια βάση και σε προσιτή τιμή για συγκεκριμένο διάστημα. Αν αυτό πετύχει σε μεγάλη κλίμακα, μπορεί να ρίξει την πίεση στα ενοίκια πολύ πιο αποτελεσματικά από οποιαδήποτε εξαγγελία.

Δεύτερο, η Κύπρος χρειάζεται μόνιμο απόθεμα προσιτής στέγης. Οι χορηγίες βοηθούν τον δικαιούχο, αλλά συχνά δεν αφήνουν πίσω τους κάτι διαχρονικό. Αντίθετα, όταν ο ΚΟΑΓ και οι δήμοι χτίζουν ή διαχειρίζονται κατοικίες για προσιτό ενοίκιο, δημιουργείται «αποθεματικό» που υπηρετεί την κοινωνία για δεκαετίες. Αυτό θέλει σταθερό πολυετές σχέδιο, κάθε χρόνο συγκεκριμένος αριθμός νέων μονάδων προς ενοικίαση σε προσιτές τιμές, αξιοποίηση κρατικής γης όπου υπάρχει, και συνεργασίες με δήμους. Έτσι μειώνεται σταδιακά η εξάρτηση της κοινωνίας από μια ακριβή, ανεξέλεγκτη αγορά ενοικίων.

Τρίτο, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε πιο έξυπνα την ανάπτυξη που έτσι κι αλλιώς γίνεται. Όταν εγκρίνονται μεγάλα έργα (πολυκατοικίες, μεγάλα συγκροτήματα), είναι λογικό ένα μικρό ποσοστό να επιστρέφει ως κοινωνικό όφελος. Είτε με προσιτά διαμερίσματα μέσα στην ανάπτυξη, είτε με εισφορά σε ειδικό ταμείο που θα χρηματοδοτεί έργα προσιτής στέγης. Δεν μιλάμε για τιμωρία των επενδύσεων. Μιλάμε για κανόνα δικαιοσύνης, ώστε η ανάπτυξη να μην ανεβάζει μόνο τις τιμές αλλά να δημιουργεί και λύσεις.

Τέταρτο, χρειάζεται πλαίσιο προστασίας ενοικιαστών στη σύγχρονη αγορά. Σήμερα πολλοί ενοικιαστές ζουν με ανασφάλεια: μεγάλες αυξήσεις, κακή ποιότητα κατοικίας, δύσκολη διεκδίκηση δικαιωμάτων. Δεν χρειάζονται υπερβολές, χρειάζεται στοιχειώδης τάξη. Ένας απλός κανόνας για το πότε και πώς επιτρέπεται αύξηση ενοικίου, ελάχιστες προδιαγραφές καταλληλότητας (για να μην ενοικιάζονται επικίνδυνα ή ανθυγιεινά σπίτια) και ένας γρήγορος μηχανισμός επίλυσης διαφορών ώστε να μην καταλήγουν όλα στα δικαστήρια. Αυτό, όπου εφαρμόστηκε σοβαρά στο εξωτερικό, σταθεροποιεί την αγορά αντί να τη διαλύει.

Τέλος, η πολιτεία πρέπει να βάλει μετρήσιμους στόχους. Χωρίς στόχους, δεν υπάρχει αξιολόγηση: πόσα σπίτια εντάχθηκαν στην αγορά μέσω ανακαινίσεων; πόσα προσιτά ενοίκια δημιουργήθηκαν από ΚΟΑΓ/δήμους; πόσο μειώθηκε ο χρόνος εύρεσης κατοικίας για νέους; Η στεγαστική πολιτική δεν είναι ευχές, είναι αριθμοί και αποτέλεσμα.

Αν τα παραπάνω εφαρμοστούν με συνέπεια, δεν θα λύσουν «μαγικά» το πρόβλημα. Θα το απαμβλύνουν ουσιαστικά. Περισσότερα σπίτια σε προσιτές τιμές, λιγότερη ανασφάλεια για τους ενοικιαστές, πραγματική δυνατότητα για τους νέους να σταθούν στα πόδια τους. Και αυτό είναι το στοίχημα της επόμενης δεκαετίας: από τα σχέδια, να περάσουμε στα προσιτά «κλειδιά»..

Previous
Previous

Η Κύπρος στην ψηφιακή εποχή: ευκαιρία ή νέος αποκλεισμός;

Next
Next

«Πολιτικές Μετακινήσεις, Νέα Κόμματα και ο Κίνδυνος μιας Άδειας Δημοκρατίας»