Από το «επίδομα» στο δικαίωμα
Η Κύπρος συχνά καμαρώνει για το κοινωνικό της κράτος. Ωστόσο, για πολλούς συμπολίτες μας με αναπηρία, η καθημερινότητα παραμένει γεμάτη εμπόδια: ασύμμετρη πρόσβαση σε εκπαίδευση, εργασία, δημόσιες υπηρεσίες, ακόμη και στους δημόσιους χώρους (πεζοδρόμια, πλατείες κτλ.). Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν νόμοι και σχέδια δράσης. Είναι ότι το σύστημα εξακολουθεί να βλέπει την αναπηρία κυρίως μέσα από το πρίσμα της φιλανθρωπίας και του «επιδόματος», αντί μέσα από τα δικαιώματα και την ισότιμη συμμετοχή.
Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει δεσμευθεί διεθνώς, επικυρώνοντας τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες. Παρ’ όλα αυτά, οι πρακτικές μας συχνά παραμένουν προσκολλημένες στο ιατρικό (γραφειοκρατικό) μοντέλο: το άτομο «αξιολογείται», μπαίνει σε «κατηγορία» και λαμβάνει ή όχι παροχές, αντί να βλέπουμε πώς η κοινωνία οφείλει να προσαρμοστεί ώστε να χωρά όλους.
Χρειαζόμαστε μια ουσιαστική αναθεώρηση του πλαισίου. Έναν σύγχρονο ορισμό της αναπηρίας, που να αναγνωρίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι ο άνθρωπος, αλλά τα εμπόδια που του βάζουμε μπροστά: οι σκάλες αντί για ράμπες, οι κλειστές πόρτες στην εργασία, τα απρόσιτα σχολεία και οι υπηρεσίες.
Το κλειδί για την ένταξη όλων βρίσκεται στην εκπαίδευση και την εργασία.
Στην εκπαίδευση, τα παιδιά με αναπηρία έχουν δικαίωμα να φοιτούν στα γενικά σχολεία, με την κατάλληλη υποστήριξη. Στην πράξη, η ειδική μονάδα ή το ειδικό σχολείο παραμένει πολλές φορές η «εύκολη λύση». Αν θέλουμε να σπάσουμε τον κύκλο του αποκλεισμού, η νομοθεσία πρέπει να κάνει ξεκάθαρο ότι η ένταξη στο κοινό σχολείο είναι ο κανόνας, και ότι το κράτος έχει υποχρέωση να εξασφαλίζει παράλληλη στήριξη, βοηθούς, θεραπευτικές υπηρεσίες και προσβάσιμο υλικό, μέσα σε συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια.
Το ίδιο ισχύει και στην εργασία. Η ανεργία των ατόμων με αναπηρία δεν είναι «φυσικό επακόλουθο». Είναι αποτέλεσμα στερεοτύπων, έλλειψης προσβάσιμων χώρων και ενός συστήματος επιδομάτων που συχνά τιμωρεί την εργασία, αφού με την πρόσληψη κινδυνεύεις να χάσεις την αναγκαία οικονομική στήριξη.
Απαιτούνται θαρραλέες ρυθμίσεις:
· συγκεκριμένα ποσοστά προσλήψεων στον δημόσιο τομέα,
· σοβαρά κίνητρα για τον ιδιωτικό τομέα (φορολογικές ελαφρύνσεις, επιδότηση εργασίας ατόμων ΑμεΑ κτλ.),
· και ένα έξυπνο σύστημα επιδομάτων που δεν εξαφανίζεται από τη μια μέρα στην άλλη μόλις το άτομο βρει δουλειά, αλλά θα λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές ανάγκες και θα διαμορφώνεται.
Η εργασία δεν είναι μόνο μισθός. Είναι αξιοπρέπεια, αυτονομία, συμμετοχή.
Χωρίς προσβασιμότητα, όλα τα άλλα δικαιώματα μένουν θεωρία. Η πόλη, οι δημόσιες υπηρεσίες, τα μέσα μεταφοράς, οι ιστοσελίδες του κράτους πρέπει να γίνουν προσβάσιμα σε όλους: σε άτομα σε τροχοκάθισμα, σε τυφλούς, σε κωφούς, σε άτομα με νοητικές ή ψυχοκοινωνικές δυσκολίες.
Ένας οριζόντιος νόμος για την προσβασιμότητα, με σαφή χρονοδιαγράμματα και ελέγχους, δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση δημοκρατίας. Και είναι επένδυση που ωφελεί ολόκληρη την κοινωνία, από τους ηλικιωμένους μέχρι τους γονείς με καροτσάκια.
Παράλληλα, η πολιτική προσέγγιση μας πρέπει να μετακινηθεί από το «επίδομα για να τα βγάλεις πέρα» σε υπηρεσίες υποστήριξης που επιτρέπουν πραγματική ανεξάρτητη διαβίωση: προσωπικούς βοηθούς για τα άτομα με αναπηρία, υποστηριζόμενη διαβίωση αντί για ιδρύματα, κατ’ οίκον στήριξη που προλαμβάνει την απομόνωση.
Τίποτα από αυτά δεν μπορεί να γίνει μόνο από το κράτος. Η ένταξη των ατόμων με αναπηρία είναι υπόθεση ολόκληρης της κοινωνίας.
Ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να γίνει μοχλός αλλαγής, υιοθετώντας πολιτικές ένταξης, κάνοντας τους χώρους και τις υπηρεσίες του προσβάσιμες, επενδύοντας σε προγράμματα κατάρτισης και απασχόλησης για άτομα με αναπηρία.
Εξίσου κρίσιμη είναι η συμβολή των μη κυβερνητικών οργανώσεων. Οργανώσεις που βρίσκονται στην «πρώτη γραμμή» γνωρίζουν από κοντά τις ανάγκες των οικογενειών και πιέζουν αποτελεσματικά για αλλαγές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Round Table Κύπρου, που μέσα από φιλανθρωπικές δράσεις, ενίσχυση οργανισμών και εκστρατείες ευαισθητοποίησης αποδεικνύει στην πράξη πώς η οργανωμένη ιδιωτική πρωτοβουλία μπορεί να κάνει τη διαφορά.
Τέτοιες προσπάθειες δεν πρέπει να αντικαθιστούν τις δράσεις και τις ευθύνες του κράτους. Τις συμπληρώνουν, δίνουν οξυγόνο σε πρωτοβουλίες που αλλιώς δεν θα υπήρχαν και, κυρίως, δημιουργούν μια κουλτούρα όπου η συμπερίληψη δεν είναι απλώς νομική υποχρέωση, αλλά καθημερινή στάση ζωής.
Η συζήτηση για την αναπηρία δεν μπορεί να γίνεται χωρίς τη φωνή των ίδιων των ατόμων με αναπηρία. Από τη διαμόρφωση νόμων μέχρι τις τοπικές δράσεις, η συμμετοχή τους πρέπει να είναι ουσιαστική, όχι διακοσμητική. Προσβάσιμες εκλογικές διαδικασίες, θεσμοθετημένη διαβούλευση με οργανώσεις που τους εκπροσωπούν, ενισχυμένοι μηχανισμοί προστασίας από διακρίσεις, όλα αυτά είναι μέρος της ίδιας εικόνας.
Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τους πιο ευάλωτους καθρεφτίζει το ποιοι είμαστε ως κοινωνία. Αν περιοριστούμε στο «επίδομα», θα έχουμε μια κοινωνία που απλώς διαχειρίζεται τον αποκλεισμό. Αν επιλέξουμε το δικαίωμα, την πρόσβαση, τη δουλειά, τη φωνή, τότε μπορούμε να μιλάμε για μια Κύπρο όπου κάθε άνθρωπος με αναπηρία δεν βρίσκεται στην άκρη, αλλά στον πυρήνα του κοινωνικού ιστού.
Η επιλογή είναι δική μας.